Μα είναι κάτι πιο βαθύ που τους λερώνει…

Το γεγονός ότι τα δύο τότε μεγάλα κόμματα δανείστηκαν εκατοντάδες εκατομμύρια, και μάλιστα δίνοντας στην ουσία ως εγγύηση τις μελλοντικές κρατικές χρηματοδοτήσεις που θα έπαιρναν (δηλαδή, αέρα κοπανιστό) είναι από μόνο του σκανδαλώδες.

Γίνεται ακόμα πιο σκανδαλώδες, αν ληφθεί υπόψη ότι την ίδια περίοδο – ειδικά μετά το ξέσπασμα της κρίσης – η δανειοδότηση προς πολίτες και επιχειρήσεις σχεδόν σταμάτησε, ακόμα και σε περιπτώσεις που υπήρχε ισχυρή εξασφάλιση της τράπεζας, λόγου χάρη με ακίνητο, λόγω και της «βουτιάς» της αγοράς ακινήτων, με αποτέλεσμα νοικοκυριά και επιχειρήσεις να βρεθούν ξαφνικά σε πιστωτική ασφυξία. Και μάλιστα, οι ίδιοι άνθρωποι των οποίων τα κόμματα χρωστούσαν (και εξακολουθούν να χρωστούν) αμύθητα ποσά ως δανεικά και πιθανότατα αγύριστα, «μαστίγωναν» συστηματικά την ελληνική κοινωνία γιατί, δήθεν, ζούσε πάνω από τις δυνατότητές της.

Το σκάνδαλο δε κορυφώνεται αν κανείς συνυπολογίσει το γεγονός ότι τα δύο αυτά κόμματα που κυβερνούσαν εναλλάξ ή από κοινού καθ’ όλη την «αμαρτωλή» περίοδο, είχαν λόγω ακριβώς της ιδιότητάς τους αυτής «και το μαχαίρι και το πεπόνι». Έχοντας την κοινοβουλευτική πλειοψηφία, επενέβαιναν μονομερώς και κατά το δοκούν στη σχέση τους με τις τράπεζες, είτε για να τροποποιήσουν τους όρους αποπληρωμής των δανείων τους (π.χ. με την τροπολογία Γιαννίτση τον Μάρτιο του 2012, με την οποία για πρώτη φορά ενόψει εκλογών – και μάλιστα των συγκεκριμένων εκλογών – αποδεσμεύτηκαν η τελευταία δόση του 2011 και οι δύο δόσεις του 2012 της τακτικής κρατικής επιχορήγησης των κομμάτων, οι οποίες ορίστηκαν – αυτές και μόνο αυτές – ως ανεκχώρητες και ακατάσχετες), είτε για να απαλλάξουν, με μία «διαβόητη» πια βουλευτική τροπολογία (και ήδη άρθρο 78 του ν. 4146/2013), τα τραπεζικά στελέχη που συνέπραξαν σε αυτή την πέρα από κάθε κανόνα χρηματοπιστωτικής βιωσιμότητας δανειοδότηση. Κι όλα αυτά, χωρίς καν να μπει κανείς στον κόπο να διερευνήσει τα έργα και τις ημέρες των υπόλοιπων μερών που, εκ της θέσης τους, εμπλέκονταν στη διαδικασία της δανειοδότησης των κομμάτων αυτών – και κυρίως της Τράπεζας της Ελλάδος.

Όλα αυτά έχουν πάρει πια – έστω και με καθυστέρηση – το δρόμο της Εισαγγελίας. Αν όμως αυτά είναι ο πυρήνας ενός σκανδάλου, το πρόβλημα με την δανειοδότηση της Νέας Δημοκρατίας και του ΠΑΣΟΚ δεν σταματά εκεί. «Μα είναι κάτι πιο βαθύ που τους λερώνει»…

Πρώτα απ’ όλα, η ευκολία με την οποία τα κόμματα πρότειναν και οι τράπεζες αποδέχθηκαν ως εγγύηση την μελλοντική κρατική χρηματοδότηση που θα λάμβαναν η Νέα Δημοκρατία και το ΠΑΣΟΚ σε βάθος χρόνου είναι ενδεικτική μιας κάποιας πολιτικής αλαζονείας, αφού προφανώς – αν υποτεθεί, καλοπροαίρετα, ότι η πρόθεση και των δύο πλευρών δεν ήταν τα δανεικά αυτά να παραμείνουν αγύριστα – η μόνη περίπτωση (και πάλι αμφίβολη) να μπορούσαν τα δύο αυτά κόμματα να επιστρέψουν τον υπέρογκο τραπεζικό τους δανεισμό θα ήταν αν παρέμενε για δεκαετίες ακόμα κραταιός εκλογικά ο τότε δικομματισμός. Εκείνοι λοιπόν που υπέγραψαν αυτές τις δανειακές συμβάσεις, προφανώς, δεν ασχολήθηκαν ποτέ με την κοινωνία, με τους κυβερνώμενους. Δεν αναρωτήθηκαν ποτέ αν υπάρχει περίπτωση η κοινωνία αυτή να είναι δυσαρεστημένη και να τους γυρίσει κάποτε, όπως και τελικά έγινε, την πλάτη.

Έπειτα, είναι αξιοσημείωτο ότι η έκρηξη της δανειοδότησης και η συσσώρευση χρέους των δύο μεγάλων κομμάτων ακολούθησε παράλληλη πορεία με την αύξηση του ύψους και της κρατικής χρηματοδότησης προς τα κόμματα, της οποίας τη μερίδα του λέοντος έπαιρναν την κρίσιμη περίοδο η Νέα Δημοκρατία και το ΠΑΣΟΚ. Αυτό σημαίνει ότι η δανειοδότηση δεν ήρθε να καλύψει κάποια «τρύπα» στα έσοδα των κομμάτων – λόγω, ας πούμε, κάποιας ξαφνικής μείωσης των εσόδων τους από τον κρατικό προϋπολογισμό. Αντίθετα, κατά την ίδια χρονική περίοδο – η οποία, όχι τυχαία, συμπίπτει με την περίοδο κατά την οποία άρχισε ο κλυδωνισμός της σταθερότητας του δικομματισμού και η αμφισβήτηση, έστω υπόγεια, του κυρίαρχου μεταπολιτευτικά συστήματος εξουσίας – αυξήθηκε σημαντικά τόσο η κρατική όσο και η ιδιωτική (δια των δανείων) χρηματοδότηση των τότε μεγάλων κομμάτων.

ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗ ΠΚ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΑ

Με αυτά τα δεδομένα, γίνεται ορατή και η εξαιρετικά προβληματική πολιτική ουσία του υπέρογκου δανεισμού της Νέας Δημοκρατίας και του ΠΑΣΟΚ. Πρόκειται για έναν φαύλο – από κάθε άποψη – κύκλο :

  • Όσο η πολιτική κρίση προχωράει, τα τότε κόμματα εξουσίας δυσκολεύονται να εξασφαλίσουν τα κοινωνικά ερείσματα που είχαν κάποτε και την πολιτική νομιμοποίηση και απήχηση που διέθεταν, αναγκάζονται επομένως να ξοδεύουν όλο και μεγαλύτερα ποσά προκειμένου να εξασφαλίσουν την παραμονή τους στην εξουσία και να σταθεροποιήσουν τη δικομματική τους εναλλαγή.
  • Και την ίδια στιγμή, όσο αυξανόταν ο τραπεζικός τους δανεισμός, γινόταν εκ των ων ουκ άνευ προϋπόθεση της βιωσιμότητας του χρέους τους και, κατ’ επέκταση, της οικονομικής τους επιβίωσης, η διατήρηση των υψηλών τους ποσοστών και η παραμονή τους στην εξουσία και, επομένως, όλο και πιο πιεστική η ανάγκη ανάκτησης της κοινωνικής τους στήριξης.

Όλος αυτός ο φαύλος κύκλος δεν θα ήταν ενδεχομένως παρά ένας κακός επιχειρηματικός σχεδιασμός, αν αφορούσε κάποιον ιδιώτη. Το γεγονός όμως ότι αφορούσε τα κόμματα που διαχειρίστηκαν την τύχη της χώρας επί τέσσερις δεκαετίες, αλλά και το γεγονός ότι στη θέση του πελάτη/αγοραστή βρίσκονται πολίτες, δεν μπορεί να είναι χωρίς σημαντικές πολιτικές συνέπειες, όχι μόνο για την λογικά περιορισμένη ανεξαρτησία ενός υπερχρεωμένου κυβερνώντος κόμματος κατά τη λήψη ενδεχομένως κρίσιμων αποφάσεων, αλλά και για την ίδια την ποιότητα του πολιτικού ανταγωνισμού και, κατ’ επέκταση, της δημοκρατίας καθ’ εαυτής.

Πρώτα απ’ όλα, το φαινόμενο αυτό τροφοδότησε την αντιπολιτική επιχειρηματολογία της ακροδεξιάς που αντιμετωπίζει συλλήβδην τα κόμματα ως πυλώνες διαφθοράς και όχι ως συστατικό θεμέλιο του δημοκρατικού πολιτεύματος. Και βέβαια, μεγέθυνε ακόμη περισσότερο την ουσιαστική και συμβολική απόσταση των κομμάτων αυτών από την κοινωνία, σε μια στιγμή που έτσι κι αλλιώς η κρίση της αντιπροσώπευσης βρισκόταν στο απόγειό της.

Δεύτερον, νόθευσε αντικειμενικά τον κομματικό ανταγωνισμό στη χώρα μας, αφού τα τότε μεγάλα κόμματα – τα οποία ούτως ή άλλως, όπως είναι λογικό και δίκαιο, λάμβαναν το μεγαλύτερο μέρος της κρατικής χρηματοδότησης – είχαν επιπλέον και προνομιακή και αποκλειστική πρόσβαση σε έναν υπέρογκο τραπεζικό κουμπαρά, στον οποίο τα μικρότερα κόμματα είτε δεν είχαν καθόλου πρόσβαση είτε λάμβαναν ελάχιστα ποσά, παρέχοντας δυσανάλογα μεγάλες συγκριτικά εγγυήσεις.

Τρίτον, συντέλεσε αποφασιστικά και επιτάχυνε την κυριαρχία των τεχνοκρατών και των media στην πολιτική ζωή της χώρας, με στόχο μία αγορασμένη και κατασκευασμένη κοινωνική νομιμοποίηση του τότε status quo. Με αυτόν τον τρόπο,  γινόταν ολοένα και πιο δύσκολο να βρουν χώρο και να εκφραστούν οι πολίτες και οι «από τα κάτω» κοινωνικές πρωτοβουλίες.

Τα παραπάνω είναι στρεβλώσεις που επέτειναν την πολιτική και θεσμική κρίση στη χώρα μας και εξακολουθούν να δυσκολεύουν την υπέρβασή της – μια υπέρβαση που θα χρειαστεί όχι μόνο γενναίες θεσμικές τομές που θα χτυπούν τη ρίζα του προβλήματος, χωρίς να προσχωρούν στον ανέξοδο αντιπολιτικό λαϊκισμό και στην συλλήβδην αντικομματική ρητορική, αλλά και μια ριζική επαναθεμελίωση του τρόπου άσκησης της πολιτικής.

Σε ό,τι αφορά την ποινική διάσταση του θέματος, αυτή ευτυχώς βρίσκεται πια υπό δικαστική διερεύνηση. Μια διαδικασία που – εκτός από την εξιχνίαση και, ενδεχομένως, τιμωρία του σκανδάλου – είναι ευχής έργο να εισφέρει μια ολοκληρωμένη εικόνα στο ακόμα μεγαλύτερο και πολιτικά ακανθώδες ερώτημα, πού δηλαδή ξοδεύτηκε αυτός ο πακτωλός χρημάτων.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s